message    Audrey Carsons Facebook page   Audrey Carsons Tumblr    Δερματικές Παθήσεις (Skin Diseases)    archive    theme
©
Όλοι οι αισθησιακοί μοιράζονται το ίδιο κελί
και ακούν ένα βούισμα να κάνει πατινάζ στα περιττώματα τους.
Ακούν που σκούζει η ανεργία του από τα περαστικά σκλαβάκια.
Ο γυάλινος Χριστός χύνει επειδή στολίζεται με φθηνό υλικό
γυάλινος Χριστός δακρύζει
επειδή δεν ήθελα ποτέ να γεννηθώ.
Μέσα από τα σπλάχνα της νεκρής μάνας ακούγονται οι κραυγές της νέας κάστας.:
Audrey Carsons, massive masturbation in the name of necrophilia
Audrey Carsons, massive masturbation in the name of necrophilia
Audrey Carsons, massive masturbation in the name of necrophilia
"

"Δεν πάει έτσι το πράγμα. Αν θες την πρέζα σου θα πρέπει πρώτα να την κερδίσεις. Να μου προσφέρεις κάτι ως αντάλλαγμα» έλεγε, και πέρασε το χέρι του γύρω από την μέση της, έχοντας ένα χαζό χαμόγελο στο πρόσωπο του. Το χέρι του χάιδεψε την κοιλιά της, και κατέβηκε πιο κάτω, μέχρι που πέρασε κάτω από την φούστα της.

Η Ευδοκία τον εμπόδισε τραβώντας το χέρι του μακριά, και αποπειράθηκε να τον χαστουκίσει. Ό Άλκης όμως, πιο γρήγορος από εκείνη, της σταμάτησε το χέρι, αρπάζοντας το από τον καρπό. Η Ευδοκία προσπαθούσε απελπισμένα να απελευθερωθεί ,χρησιμοποιήσει το άλλο της χέρι, αλλά εκείνος το έπιασε και αυτό, ακινητοποιώντας την.

«Γιατί το κάνεις τώρα αυτό;» την ρώτησε, με παραπονιάρικο τόνο.

«Άλκη κόψε τις μαλακιές, έχω να φτιαχτώ μία ολόκληρη μέρα. Είμαι κομμάτια. Αν δεν με βοηθήσει θα με πιάσει η χαρμάνα. Δεν υπάρχει περίπτωση να με γαμήσεις, ούτε στον ύπνο σου. Με αηδιάζεις. Για ποια με πέρασες ρε γαμιόλη; Για καμία πουτάνα;» του φώναξε.

«Λυπάμαι που στο λέω, αλλά δυστυχώς δεν έχεις άλλη επιλογή. Τα ναρκωτικά κοστίζουν μωρό μου. Αν θέλεις τα γραμμάρια σου, πρέπει τουλάχιστον να μου τα ξεπληρώσεις με κάποιον τρόπο. Δεν πρέπει να κερδίσω και εγώ κάτι δηλαδή; Μόνο θα χάσω;» είπε εκείνος, έχοντας αποκτήσει ύφος θριαμβευτή.

Η Ευδοκία αναρωτήθηκε αν μπορούσε να εξευτελιστεί περισσότερο, μέσα στην ίδια μέρα. Ήταν όμως αναγκασμένη να κάνει τα πάντα, προκειμένου να εξασφαλίσει την δόση της. Εξάλλου δεν ήταν δα και μεγάλη υπόθεση. Θα ροφούσε τον πούτσο του, και θα έπαιρνε αυτό που ήθελε. Δεν ήταν ζήτημα επιλογής. Το ζητούσε ο οργανισμός της. Ποτέ της δεν πίστεψε ότι τα πράγματα θα έρχονταν τόσο άσχημα στην ζωή της.

«Λοιπόν;» την ρώτησε

«Εντάξει θα το κάνω» είπε η Ευδοκία, ηττημένα.

Ο Άλκης πήγε στο μέσα δωμάτιο, για να γυρίσει με ένα κουτί στο οποίο η Ευδοκία υποψιαζόταν ότι κρατούσε τα “σύνεργα”. Ευχήθηκε, να υπήρχε κάποιος άλλος τρόπος να έπαιρνε την δόση της. Εκείνος άνοιξε το κουτί και έβγαλε δύο μικρά σακουλάκια και ένα κουτάλι. Έφερε ένα γκαζάκι και δύο καθαρές βελόνες.

«Θες να την δοκιμάσεις πρώτα;» την ρώτησε.

«Όχι, σε εμπιστεύομαι» του αποκρίθηκε η Ευδοκία, και σαν να περίμενε για το σύνθημα της, ο Άλκης ζέστανε την ηρωίνη. Της έδεσε το χέρι και έψαξε για ελεύθερες φλέβες.

«Βλέπω αχρησιμοποίητες τις έχεις» μουρμούρισε καθώς έμπηγε την βελόνα στην φλέβα ανάμεσα από τα δάχτυλα της. Πήρε μία πετσέτα και της καθάρισε το αίμα από το χέρι. Η Ευδοκία έπεσε στο πλάι και έκλεισε τα μάτια της. Μια ζεστασιά την πλημμύρισε, καθώς ο οργανισμός της επανήλθε στην φυσιολογική του κατάσταση.

Είδε τον Άλκη να γεμίζει την δεύτερη σύριγγα και να «σουτάρει» μία ένεση στο πόδι του. Πέρασε το χέρι του μέσα από την μπλούζα της και της χάιδεψε το στήθος. Η Ευδοκία ένιωσε τις ρόγες της να σκληραίνουν. Του ξεκούμπωσε το παντελόνι, κατέβασε το εσώρουχο του, και άρχισε ένα να ανεβοκατεβάζει το χέρι της πάνω στο πέος του. Όταν αισθάνθηκε ότι είχε στύση, το έβαλε στο στόμα της. Εκείνος αναστέναξε και της χάιδευε το κεφάλι, σφίγγοντας τα μαλλιά της την ώρα που εκσπερμάτωνε. Έβγαλε ένα βογκητό και άφησε την Ευδοκία να τρέξει στο μπάνιο, την ώρα που εκείνος άναβε τσιγάρο.

"
  

Απόσπασμα απο το διήγημα”Ταπείνωση” της συλλογής διηγημάτων μου 

"Νεκροί Ανάμεσα Στους Ζωντανούς"

https://www.facebook.com/pages/%CE%9D%CE%B5%CE%BA%CF%81%CE%BF%CE%AF-%CE%91%CE%BD%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%B1-%CE%A3%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%96%CF%89%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CF%82/290811954433602?ref_type=bookmark


(Source: heavymetalvomitparty, via sickdistic)

"

«Μπορεί να μην ξέρω πιο είναι πραγματικά το καλό σου, αλλά είμαι σίγουρος ότι σε χρειάζομαι κοντά μου. Ούτε και να σε βοηθήσω μπορώ, γιατί ειλικρινά δεν έχω ιδέα τι είναι να χάνεις κάποιον που αγαπάς. Αυτό που σου ζητάω είναι μονάχα μία χάρη: να μείνουμε μαζί και να προσπαθήσουμε να βρούμε μαζί την έξοδο από αυτή την κόλαση. Τα πράγματα θα γίνουν σύντομα πιο ευνοϊκά και για τους δύο μας. Θα το δεις. Φτάνει μόνο να έχουμε ο ένας τον άλλο, και να υπάρχει εμπιστοσύνη.» έλεγα εγώ, δίχως να είμαι σίγουρος για τίποτα απ’όλα αυτά, κυρίως λόγο της πεσιμιστικής προσέγγισης, που ακολουθούσα στην ζωή. Αυτό που πραγματικά χρειαζόταν η Ηρώ, ήταν μερικά καθησυχαστικά λόγια, και το αν είχα δίκιο ή άδικο, ήταν μείζονος σημασίας.

Εκείνη σαν να είχε διαβάσει την σκέψη μου είχε πει:
«Τα εννοείς αυτά που λες;» κοιτάζοντας με, με μία καχυποψία, ασύμβατη του ταλαιπωρημένου της προσώπου, και των πρησμένων από τα δάκρυα, ματιών της.

Σίγουρα τα λόγια μου είχαν μια κάποια υπερβολή, αλλά ως προς το νόημα τους πίστευα κάθε λέξη. Μου είχε δοθεί αρκετός χρόνος, να σκεφτώ όλους αυτούς τους μήνες, μέσα τους τέσσερις τοίχους του δωματίου μου. Εκεί που είχα σπαταλήσει ολόκληρη την εφηβεία μου. Το χειρότερο όμως , ότι δεν υπήρχε ούτε μέλλον για εμένα. Δεν υπήρχε κάθαρση. Ήμουν καταδικασμένος να σαπίσω σε αυτή την χώρα. Σε εκείνο το φέρετρο.

Δίχως εκπαίδευση, δίχως δουλεία, δίχως σπίτι. Με μόνη συντροφιά της μακιγιαρισμένες γριές των Βορείων Προαστίων από την μία πλευρά, και την βρομιά και την αποπνικτική μπόχα της Αθήνας από την άλλη. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Ή κάτι τέτοιο δηλαδή. Νεκρός ανάμεσα στου ζωντανούς.

Ψέματα. Δεν υπήρχαν ζωντανοί στην Ελλάδα. Μονάχα μίζεροι, και ζηλόφθονοι άνθρωποι. Δεν υπήρχαν επαγγελματίες. Μονάχα αρπακώλληδες. Δεν υπήρχε κράτος. Μονάχα αναρχία. Δεν υπήρχε πρόοδος. Μονάχα παρακμή. Ολόκληρη η χώρα ήταν μια αντίφαση.

Σκουπίδια παντού. Στενά πεζοδρόμια. Στενόμυαλοι άνθρωποι. Δεν υπήρχαν βιβλία στις τάξεις, λόγο έλλειψης κονδυλίων. Υπήρχε πείνα. Παιδιά λιποθυμούσαν σχολεία, γιατί δεν είχαν χρήματα να πληρώσουν μία τυρόπιτα. Νεαρός νεκρός από τα χέρια φασίστα στο Κερατσίνι.

Τα έξοδα για το ιδιωτικό. Τα έξοδα για το φροντιστήριο. Οι Πανελλήνιες, που ρουφούσαν κάθε ίχνος ζωής από την ήδη αποβλακωμένη γενιά μας. Την γενιά για την οποία η γλώσσα ήταν μονάχα ένας πειραματισμός. Είχαμε φέρει μία γλώσσα ξένη. Αυτή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Κανείς δεν γνώριζε πια ελληνικά. Εμείς δεν είχαμε Πολυτεχνείο, δεν μάθαμε να χτίζουμε πράγματα. Είχαμε πάντα ένα χέρι να σκουπίζει τον κώλο μας. Το χέρι των γονιών μας που θα μας έστελνε στις κάλπες για να ψηφήσουμε το κόμμα που ψήφιζαν επί σειρά ετών. Για αυτό η χώρα δεν πήγαινε μπροστά. Γιατί είχε αποδεχτεί την σαπίλα και την στατικότητα ως θρησκεία της.

Αλλά όλα και όλα. Η θρησκεία στην Ελλάδα άκμαζε. Ως υπεύθυνοι πολίτες πληρώναμε τις Porche και τις Mercendes των παπάδων. Πληρώναμε τις πίπες που έλεγε ο Ιησους στους μαθητές του. Δεν φορολογείς ποτέ τον οίκο του θεού. Ούτε όταν η χώρα σου χρειάζεται χρήματα. Δηλώναμε χριστιανοί ορθόδοξοι όπου και αν πηγαίναμε, γιατί αυτό μας είχε επιβληθεί από την κολυμπήθρα. Είχαμε την αιματοβαμμένη θρησκεία του Χριστιανισμού στο αίμα μας. Λέγαμε την προσευχή νιώθοντας τον πούτσο μας να σηκώνεται από την υπερηφάνεια. Με συγχωρείται κύριε καθηγητά για την έλλειψη κοσμιότητας στην γλώσσα μου. Τα μαθήματα σας έπιασαν τόπο, αλλά δυστυχώς, δεν έχουν όλες οι λέξεις την ίδια βαρύτητα.

Εντάξει δεν λέω, τα Θρησκευτικά είναι ωραία παραμυθάκια για να διαβάζεις όταν κάθεσαι στην χέστρα, αλλά μέχρι εκεί. Κανείς δεν πέθανε ποτέ, από έλλειψη γνώσης των παραβολών του Ιησού. Από καρκίνο, ανακοπή, κύρωση του ήπατος, εγκεφαλική αιμορραγία, γεράματα, αυτοκινητικό, ναρκωτικά, ναι, αλλά κανείς δεν έφυγε από την ζωή από έλλειψη θρησκείας. Αλήθεια λέω κύριε καθηγητά. Ορκίζομαι σε αυτό το έθνος.

Βέβαια η Ελλάδα, για να είμαι αντικειμενικός δεν είναι γεμάτη μονάχα ποταπά πράγματα. Έχει το πιτόγυρο της, έχει και τις παραλίες της. Είχε επίσης και μερικές εξεζητημένες τάσεις μόδας. Έχει παραδείγματος χάρη τον γάμο, ο οποίος φυσικά έχει θεσμοθετηθεί μόνο για ετερόφυλα ζευγάρια, γιατί είμαστε αντράκια σαν λαός και μας κρέμονται τα αρχίδια, βαριά από τα παντελόνια. Είχαμε τα παιδιά που έπρεπε να γεννηθούν πάση θυσία σε αυτή την σκατότρυπα, όταν χτυπήσουν τα βιολογικά ρολόγια των γυναικών (το οποία ποτέ μου δεν είχα εξακριβώσει τι πραγματικά ήταν. Πιθανόν θα’ταν μηχανισμός κάποιας ωρολογιακής βόμβας). Μόλις τελειώνουν οι «αιώνιοι φοιτητές» αυτής της χώρας την σχολή τους, δεν χαραμίζονται. Τους περιμένουν τα αγοράκια με τα χακί σορτς. Ο Έλληνας πολίτης πρέπει να είναι σε θέσει να υπερασπιστεί την χώρα του με την ξιφολόγχη καβλωμένη, όταν οι βόμβες θα πέσουν από ψηλά και θα θερίσουν πόλεις, σκορπίζοντας κομμένα κεφάλια, σαν βρόχινες σταγόνες.

Αλλά δίνοντας περισσότερη έμφαση σε αυτά που είχα πει, και όχι σε αυτά που είχα σκεφτεί εκείνη την στιγμή, τα λόγια που είχα απευθύνει στην θλιμμένη μούσα μου, ήταν τα εξής:

«Φυσικά και το εννοώ. Τουλάχιστον, έτσι αισθάνομαι αυτό τον καιρό. Είναι σαν τα πάντα να έχουν να αλλάξει μέσα μου» είχα πει τελικά, ύστερα από σκέψη. Η σκέψη όμως δεν χρειάζεται, όταν δεν υπάρχουν αληθινά σπουδαία λόγια.

Εγώ πήγα να πω κάτι, αλλά η Ηρώ με σταμάτησε, φέρνοντας τα χείλη της στο στόμα μου. Φιληθήκαμε άγρια και κάναμε έρωτα. Όταν είχε σηκωθεί, με το μουνι της μουσκεμένο , πάνω από τον πούτσο μου, ξαπλώνοντας δίπλα μου στον καναπέ, είχα πιστέψει ολόψυχα ότι θα υπήρχε μια διέξοδος από αυτή την τρέλα.

"
  Απόσπασμα απο το διήγημα Videogame (μέρος δεύτερο)

(Source: audreycarsons)